15 ΜΗΝΕΣ ΟΜΠΑΜΑ-ΕΝΑΣ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

.

Το παρακάτω, εξαιρετικό κατά την άποψή μας, κείμενο, είναι απόσπασμα από εκτενές άρθρο του πρέσβη Γ. Σέκερη στο Διπλωματικό Περισκόπιο.

Δέκα πέντε μήνες μετά την εγκατάσταση του στον Λευκό Οίκο, ο κ. Ομπάμα βλέπει την εντός της χώρας του δημοτικότητα του να υφίσταται σημαντική κάμψη. Κυρίως λόγω της εσωτερικής του πολιτικής. Χωρίς όμως και οι εξωτερικές του επιλογές να είναι άσχετες με τη φθορά αυτή της εικόνας του. Διότι, ανεξάρτητα από τα όσα διακήρυττε προεκλογικώς – και πρέπει να αναγνωρισθεί ότι, σε αντίθεση με τους συνυποψηφίους του, όπως και με πολλούς υποψηφίους για την προεδρία κατά το παρελθόν, σε θέματα εξωτερικής πολιτικής ο κ. Ομπάμα υπήρξε ιδιαίτερα προσεκτικός – ο νέος πρόεδρος εκλήθη να διαχειρισθεί στον διεθνή χώρο εμπεδωμένες πραγματικότητες, στενότατα περιθώρια απόκλισης από τις δρομολογημένες πολιτικές της Ουάσιγκτον παρέχουσες. Και συνεπώς αναπόφευκτο ήταν να απογοητεύσει όλους εκείνους τους οπαδούς και θαυμαστές του – και ήσαν πολλοί – που έτρεφαν την ψευδαίσθηση, ότι αρκούσε η απομάκρυνση από την εξουσία του τόσο χλευασθέντος και μισηθέντος κ. Μπους για να επιλυθούν ως δια μαγείας τα τεράστια διεθνή προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Βέβαια, αφ’ ης ανέλαβε τα προεδρικά του καθήκοντα, ο κ. Ομπάμα δεν εφείσθη προσπαθειών για να μεταστρέψει το ομολογουμένως βαρύ διεθνές κλίμα επί το ευνοϊκότερον για τις ΗΠΑ. Με την ομιλία του στο Κάιρο τον Ιούνιο 2009 επεδίωξε να κτίσει γέφυρες προς τον μουσουλμανικό κόσμο. Σε ό,τι αφορά στις ρωσο-αμερικανικές σχέσεις,, τόσο μέσω στενών συνεργατών του – του αντιπροέδρου κ. Μπάιντεν και της υπουργού εξωτερικών κυρίας Κλίντον – όσο και με προσωπικές του δηλώσεις, κατέστησε σαφή την πρόθεσή του για ένα «νέο ξεκίνημα». Επίσης: «Έτεινε την χείρα» προς την Τεχεράνη. Και επιχείρησε να προσεγγίσει το Πεκίνο – με την επί των εξωτερικών υπουργό του και τον ίδιο προσωπικώς, κατά την επίσκεψή τους στην Κίνα τον Φεβρουάριο και τον Νοέμβριο 2009 αντιστοίχως, να μισοκλείνουν τα μάτια στις παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων από το κινεζικό καθεστώς, και να εισπράττουν ως εκ τούτου τις επικρίσεις και των δύο άκρων του αμερικανικού πολιτικού φάσματος. Για να υπογραμμίσει δε το ενδιαφέρον του για την Ευρώπη, ως υποψήφιος ακόμη επισκέφθηκε διαδοχικά τις τρεις μεγάλες πρωτεύουσες Βερολίνο – όπου μάλιστα η παρουσία του προκάλεσε έναν ελαφρώς υστερικό λαϊκό ενθουσιασμό – Παρίσι και Λονδίνο. Ενώ στη σύσφιξη των ευρω-ατλαντικών δεσμών απέβλεψε και η δεύτερη – και επιτυχής και πάλι υπό στενά επικοινωνιακό πρίσμα – ευρωπαϊκή περιοδεία που, ως πρόεδρος πλέον, πραγματοποίησε τον Μάρτιο 2009 .

Όπως όμως ήταν φυσικό, οι επικοινωνιακές αυτές χειρονομίες ελάχιστα επηρέασαν τη στάση των αποδεκτών τους έναντι της Ουάσιγκτον. Οι αντιθέσεις πολιτικής αντανακλούν διάσταση πραγματικών ή εικαζόμενων συμφερόντων – και συνεπώς δεν αίρονται με την απλή επιδαψίλευση διαβεβαιώσεων καλής θέλησης. Το αντιαμερικανικό δε σύνδρομο, ειδικότερα, έχει τη ρίζα του στον παγκόσμιο ρόλο των ΗΠΑ και στις δυσαρέσκειες, αλλά και στον φθόνο, που αναπόφευκτα ο ρόλος αυτός γεννά. Μια σύντομη ματιά τώρα στις συγκεκριμένες στοχεύσεις, μέχρι τούδε αποτελέσματα και προοπτικές της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης Ομπάμα.

Εν πρώτοις, και υπό τον σημερινό πρόεδρο η Μέση Ανατολή διατηρεί την κορυφαία θέση στις αμερικανικές προτεραιότητες. Αυτό δε για προφανείς λόγους: Η εξάρτηση της δυτικής οικονομίας από τους υδρογονάνθρακες προβλέπεται μακρά. Και η ανθεκτικότητα του ακραίου Ισλάμ προοιωνίζεται τη συνέχιση του φαινομένου της αντιδυτικής τρομοκρατίας. Μολονότι δε η εν προκειμένω συνθηματολογία της Ουάσιγκτον έχει μερικώς αλλάξει – επί παραδείγματι, ο όρος «παγκόσμιος πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» (Global War on Terror) τείνει να εγκαταλειφθεί ως αντιπαραγωγικός – η ουσία της αμερικανικής μεσανατολικής πολιτικής διατηρείται αμετάβλητη. Στόχος παραμένει η διαμόρφωση μιας περιφερειακής τάξης που αποτρέπει τη δημιουργία τρομοκρατικών ορμητηρίων ακραίων ισλαμιστών, φράσσει τον δρόμο σε εχθρικά προς τα δυτικά συμφέροντα καθεστώτα και ευνοεί την ενεργειακή συνεργασία των τοπικών κυβερνήσεων με τις ΗΠΑ και τη Δύση γενικότερα. Προς τούτο δε χρησιμοποιείται ολόκληρο το φάσμα των μέσων στη διάθεση της υπερδύναμης, με τη στρατιωτική ισχύ πάντοτε σε κεντρικό, αν και όχι βέβαια αποκλειστικό, ρόλο. Ειδικότερα: Καθώς η κατάσταση στο Ιράκ τείνει προς σχετική σταθεροποίηση, οι Αμερικανοί μετατοπίζουν βαθμιαίως το κέντρο βάρος της πολιτικο-στρατιωτικής τους προσπάθειας προς το αφγανο-πακιστανικό μέτωπο. Η στροφή δε αυτή, ήδη δρομολογηθείσα επί προεδρίας Μπους, συνιστά τον πυρήνα της νέας στρατηγικής, που ο πρόεδρος Ομπάμα δημοσιοποίησε τον περασμένο Δεκέμβριο – και η οποία, παρά τις αναπόφευκτες δυσκολίες, αποδίδει ήδη καρπούς, τόσο στο εσωτερικό του Αφγανιστάν, όσο και ως προς τη συνεργασία με τις επιφυλακτικές και συχνά αρνητικές έναντι του δυτικού αφγανικού εγχειρήματος πακιστανικές αρχές.

Από την άλλη, μετά την άρνηση της Τεχεράνης να σφίξει το «τεταμένο» χέρι του κ. Ομπάμα, η αμερικανική διπλωματία επανέλαβε την άσκηση πιέσεων επί του ιρανικού καθεστώτος προς αποτροπή της πυρηνικοποίησής του – επιδιώκοντας, μεταξύ άλλων, και τη σύμπραξη της Μόσχας και του Πεκίνου για την επιβολή αυστηρότερων κυρώσεων στο πλαίσιο του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Εάν ωστόσο, αψηφώντας τις διεθνείς αντιδράσεις, η ιρανική ηγεσία εμμείνει στη δημιουργία πυρηνικού οπλοστασίου, η Ουάσιγκτον θα βρεθεί προσεχώς μπροστά στο δίλημμα, είτε να ανεχθεί την «ιρανική βόμβα», αρκούμενη στη διαχείριση των αποσταθεροποιητικών επιπτώσεών της, είτε να προσφύγει σε στρατιωτικά μέσα, παρά τις οδυνηρές – αν και αμφισβητούμενης έκτασης – παρενέργειές τους. Με ορισμένους, πάντως – μειοψηφούντες – αναλυτές να υπολογίζουν σε μια καθεστωτική αλλαγή στην Τεχεράνη για την επίτευξη σχετικώς ανώδυνης λύσης του ιρανικού πυρηνικού προβλήματος. Ενώ το όλο θέμα περιπλέκεται και από την αβεβαιότητα περί τις προθέσεις του Ισραήλ – το οποίο εκλαμβάνει την έναντί του στάση του ιρανικού ιερατείου ως υπαρξιακή απειλή.

Στο μεσανατολικό παζλ εμπλέκεται και δη πολλαπλώς και η Άγκυρα. Χρήσιμη αναμφίβολα –  π.χ. σε σχέση με το Ιρακινό και το Αφγανικό, καθώς και ως μεσάζων στην προσπάθεια των Αμερικανών να αποσπάσουν τη Συρία από την ιρανική επιρροή. Αλλά και προβληματίζουσα την Ουάσιγκτον, στο μέτρο που οι «νεο-οθωμανοί» του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης τείνουν ενίοτε να εκφύγουν της δυτικής ευθείας, συγχρωτιζόμενοι με ακραία ισλαμικά καθεστώτα, όπως – κυρίως – το Ιράν, αλλά και το Σουδάν. Και θέτουν υπό δοκιμασία την τουρκο-ισραηλινή στρατηγική συνεργασία. Με επακόλουθο οι Αμερικανοί, παρά τα εγκώμια που επιδαψίλευσε στην Τουρκία ο κ. Ομπάμα κατά την εκεί επίσκεψή του τον Απρίλιο 2009 και μολονότι εξαίρουν με κάθε ευκαιρία την αγαστή συνεργασία τους με τον πάντοτε μεγάλης γεωπολιτικής και στρατηγικής σημασίας Τούρκο σύμμαχο, να παρακολουθούν τα τουρκικά πράγματα με μόλις αποκρυπτόμενη ανησυχία.

Η μεγάλη δύναμη που εντόνως απασχολεί την αμερικανική διπλωματία είναι η Ρωσική Ομοσπονδία – μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και πυρηνική υπερδύναμη. Και δεν είναι τυχαίο ότι τον όρο «επανεκκίνηση σχέσεων» η Ουάσιγκτον τον χρησιμοποίησε για πρώτη φορά αναφορικά με τη Μόσχα. Συνοδεύοντας το λεκτικό αυτό άνοιγμα με τη ματαίωση της προκλητικής, από ρωσικής σκοπιάς, εγκατάστασης στοιχείων της αντιπυραυλικής ασπίδας σε Πολωνία και Τσεχία. Και διατηρώντας συγχρόνως στο ψυγείο τα επίσης  προσκρούοντα στις ρωσικές ευαισθησίες σχέδια διεύρυνσης του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς. Σημειωτέον, άλλωστε, ότι, αφότου η νέα Ρωσία αναδύθηκε από τα ερείπια της Σοβιετικής Αυτοκρατορίας, οι Αμερικανοί αποπειρώνται να επηρεάσουν τους εξωτερικούς της προσανατολισμούς δια του στρατηγικού εναγκαλισμού της. Εν μέρει, «εγκλωβίζοντάς» την σε ένα θεσμικό πλέγμα διαβουλεύσεων με το ΝΑΤΟ. Αλλά και μέσω μιας σειράς διμερών διαπραγματεύσεων για τον αμοιβαίο έλεγχο των πυρηνικών εξοπλισμών. Τις οποίες η κυβέρνηση Ομπάμα συνεχίζει – με θετικές προοπτικές, όπως όλα δείχνουν. Ενώ επιδιώκει και τη ρωσική σύμπραξη για τον χειρισμό μειζόνων διεθνών ζητημάτων, ως προς τα οποία τα εκατέρωθεν συμφέροντα, κατά τεκμήριο, συγκλίνουν. Όπως, κατ’ εξοχήν, προκειμένου για το Αφγανικό. και το Ιρανικό – με τη Μόσχα να ανταποκρίνεται προθύμως σε ό,τι αφορά στο πρώτο, και, παρά τις ταλαντεύσεις της, να τείνει τώρα να στηρίξει τις αυστηρότερες κυρώσεις που επιζητούν οι ΗΠΑ σε σχέση με το τελευταίο. Κατά τα λοιπά, όμως, η Ουάσιγκτον δεν παύει να αντιτίθεται σε ρωσικές προτάσεις που, εν ονόματι της δημιουργίας ενιαίου συστήματος ασφαλείας «από το Βανκούβερ έως το Βλαντιβοστόκ», κατατείνουν στην αποδυνάμωση του ΝΑΤΟ και των λοιπών δυτικών θεσμών. Και να απεύχεται την υπέρμετρη εξάρτηση των Ευρωπαίων συμμάχων από τους ρωσικούς ενεργειακούς πόρους.

Όπως, τέλος, προκύπτει και από τα προαναφερθέντα, η προσοχή των Αμερικανών στρέφεται όλο και περισσότερο προς περιοχές εκτός Ευρώπης. Και συνακόλουθα, οι κοινοτικοί Ευρωπαίοι ενδιαφέρουν την Ουάσιγκτον πρωτίστως ως συνεπίκουροι στη διεξαγωγή των εξω-ευρωπαϊκών αμερικανικών εγχειρημάτων. Ως προς τα οποία, όμως, η συνεχιζόμενη, έστω και σε μειωμένο βαθμό, προσωπική δημοτικότητα του κ. Ομπάμα στον ευρωκοινοτικό χώρο δεν μεταφράζεται σε ικανοποιητική ενεργό στήριξη. Με χαρακτηριστικό παράδειγμα την ανεπαρκή, και πιθανώς φθίνουσα, στρατιωτική συμβολή της ευρωπαϊκής συνιστώσας του ΝΑΤΟ στην αντιμετώπιση του Αφγανικού. Είναι δε πολύ πιθανό η ευρωπαϊκή αυτή απροθυμία συμμετοχής στα βάρη να εξηγεί εν μέρει και το «σνομπάρισμα» της πρόσφατης συνόδου κορυφής της ΕΕ στη Μαδρίτη από τον Αμερικανό πρόεδρο.

 Παρά ταύτα, η αμερικανική ηγεσία δεν αγνοεί ότι η διατήρηση των δεσμών μεταξύ των δύο ακτών του Ατλαντικού αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επιτυχή αντιμετώπιση των οικονομικών και γεωπολιτικών προκλήσεων που θα αντιμετωπίσει η Δύση κατά τις επόμενες δεκαετίες. Και συνεπώς η ευρω-ατλαντική αλληλεγγύη, εντός και εκτός ΝΑΤΟ, παραμένει υψηλή αμερικανική προτεραιότητα.

Εν κατακλείδι: Όπως έπρεπε να αναμένεται, ο πρόεδρος Ομπάμα ενεργεί στον διεθνή χώρο με κύριο γνώμονα το αμερικανικό εθνικό συμφέρον, εναρμονίζοντας τις πάγιες αμερικανικές στοχεύεις με τα μεταβαλλόμενα διεθνή δεδομένα. Συγχρόνως δε προσπαθεί – και σε ικανό βαθμό επιτυγχάνει, μέχρι στιγμής – να εξασφαλίσει τη στήριξη της πολιτικής του αυτής από μια αρκετά δύστροπη και ενίοτε αψίκορη αμερικανική κοινή γνώμη. Κατά τα λοιπά, εκτός δραματικών εξελίξεων – ειδικότερα στο αφγανικό ή/και το ιρανικό – οι εκλογικές τύχες του κόμματός του, και, κυρίως, οι προοπτικές για ανανέωση της προεδρικής θητείας του το 2012, θα κριθούν πρωτίστως στο εσωτερικό πεδίο

 

Add comment


Security code
Refresh

14.09.2017: Ο ΣΑΒΒΑΣ ΚΑΛΕΝΤΕΡΙΔΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΣΤΟ ΚΟΥΡΔΙΣΤΑΝ (ΠΗΓΗ: ΤasTV/Πέλλα)
27.09.2017: Ο Καθηγ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ ΣΤΟΝ ΣΚΑΙ
You are here: Home Άρθρα ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΝΑΤΟ - ΗΠΑ - Διατλαντικές Σχέσεις 15 ΜΗΝΕΣ ΟΜΠΑΜΑ-ΕΝΑΣ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ