28.09.2017: ΓΙΑ ΜΙΑ ΥΨΗΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

 

του Ιωάννη Κωνσταντόπουλου*

Υψηλή Στρατηγική (Grand Strategy), λογίζεται η στρατηγική ως τέχνη και είναι το ανώτερο επίπεδο στρατηγικής ενός κράτους κατά το οποίο χρησιμοποιούνται όλα τα διαθέσιμα μέσα όπως: διπλωματικά, οικονομικά, στρατιωτικά, για την επίτευξη ενός πολιτικού αντικειμενικού σκοπού, ενόψει μιας πραγματικής ή ενδεχόμενης σύγκρουσης με ένα άλλο κράτος ή κάποιο άλλον παράγοντα που το απειλεί (ή θα μπορούσε) να το απειλήσει. Εργαλείο της Υψηλής Στρατηγικής, είναι η γεωστρατηγική σύνθεση, η οποία και είναι η φάση εφαρμογής των συμπερασμάτων της γεωπολιτικής ανάλυσης που πάντα προηγείται της πρώτης. Η γεωστρατηγική καταλήγει να είναι ο σχεδιασμός της ηγεσίας του κράτους, σε συνδυασμό με τις επιθυμίες επίτευξης στρατηγικών στόχων. 

Η Ελληνική Υψηλή Στρατηγική για να είναι υλοποιήσιμη, πρέπει να εδράζεται στο πλαίσιο του Ρεαλισμού που διέπει διαχρονικά τις διεθνής σχέσεις και να είναι απαλλαγμένη από ιδεαλισμούς και διεθνισμούς που πλήττουν (από την δεκαετία του ‘90) τους σχεδιασμούς της ελίτ της χώρας μας. Σε μια τέτοια δομή οι αντικειμενικοί σκοποί της Ελλάδας θα πρέπει να είναι: η διατήρηση του υφιστάμενου status quo σε Έβρο, Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο (Κύπρος), καθώς και η δημιουργία ενός τέτοιου επιπέδου αποτρεπτικής ισχύος που θα κάνει εφικτή την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων της Ελληνικής και Κυπριακής ΑΟΖ, αλλά και την εξαγωγή τους (μαζί με τους ενεργειακούς πόρους του Ισραήλ και της Αιγύπτου) στην Ευρώπη, κυρίως μέσω αγωγών που θα περνούν από την Ελλάδα, με κατεύθυνση την Ευρωπαϊκή ενδοχώρα. 

Γεωπολιτικά η Ελλάδα είναι μέρος του Rimland, δηλαδή της παράκτιας περιμέτρου της υπερηπείρου της Ευρασίας, ο έλεγχος της οποίας είναι ζωτικής σημασίας για τις Δυτικές ναυτικές δυνάμεις στην προσπάθειά τους να προωθήσουν τα συμφέροντα τους σε παγκόσμιο επίπεδο. Έτσι η χώρα μας έχει ακόμη (παρά την οικονομική κρίση) μεγάλη γεωστρατιγική αξία για την Δύση, ειδικά τώρα σε μια εποχή που ο κυριότερος γεωπολιτικός μας αντίπαλος, η Νέο-οθωμανική Τουρκία του Προέδρου Ερντογάν, έχει πάψει να αποτελεί ένα αξιόπιστο εταίρο για τις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Παρουσιάζεται λοιπόν η ευκαιρία, εφόσον η Αθήνα κάνει έξυπνες επιλογές να μπορέσει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τον αναθεωρητισμό της Άγκυρας σε βάρος του Ελληνισμού. Για να γίνει αυτό χρειάζεται μια εξωστρεφής πολιτική στο πλέγμα: διπλωματία, οικονομία, στρατιωτική ισχύς! 

Σε ότι αφορά την διπλωματία: η ενίσχυση των σχέσεων με τους κυριότερους υπερσυστημικούς δρώντες, τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και την Ρωσική Ομοσπονδία είναι μονόδρομος, αφού η Ευρωπαϊκή Ένωση χάνει το γεωστρατηγικό της βάρος και είναι παράλογο η Ελλάς να παραμένει εξαρτημένη σε αυτήν. Η Προεδρία Trump τουλάχιστον για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, δίνει πλέον έμφαση στον περιορισμό της Κίνας, κάτι που προσφέρει ένα μικρό περιθώριο στην Αθήνα να βελτιώσει τις σχέσεις της με την Ρωσία. Παράλληλα η ΗΠΑ φαίνεται να έχουν τιμωρητική διάθεση στις σχέσεις τους με την Τουρκία (κάτι που καταδεικνύει η απόφαση Trump για αποστολή όπλων και τεθωρακισμένων στους Κούρδους της Συρίας, τους οποίους η Άγκυρα θεωρεί τρομοκράτες και παρακλάδι του ΡΚΚ), και η Αθήνα θα πρέπει να εκμεταλλευτεί την αλλαγή της στρατηγικής της Αμερικής, η οποία ήθελε την Τουρκία τοπικό χωροφύλακα στο σύμπλοκο Ανατολική Μεσόγειος-Μέση Ανατολή.

Παρουσιάζεται η ευκαιρία το γεωπολιτικό κέντρο βάρους στην περιοχή μας να μετακινηθεί προς δυσμάς, αναβαθμίζοντας την Ελλάδα. Η προσέγγιση Τουρκίας-Ρωσίας δεν είναι λοιπόν απαραίτητα κάτι επιζήμιο για τα εθνικά μας συμφέροντα, αφού φέρνει την Αθήνα στην προσοχή της υπερδύναμης, την στιγμή που Μόσχα και Άγκυρα αντιμετωπίζουν την επαναπροσέγγιση και αποκατάσταση των σχέσεων τους (rapprochement) μάλλον καιροσκοπικά, αφού κατά την γνώμη του γράφοντος τα δυο αυτά κράτη είναι διαχρονικά αντίπαλοι και δεν θα αναπτύξουν ποτέ πλήρεις συμμαχικές σχέσεις. Δίνεται επομένως η ευκαιρία στην Ελλάδα να αναπτύξει τις σχέσεις της και με τις δυο πανίσχυρες χώρες αποσπώντας πολλαπλά οφέλη (διπλωματική υποστήριξη, επενδύσεις, αγορές υπερσύγχρονων οπλικών συστημάτων).

Η χώρα ωστόσο με την οποία η Ελλάδα πρέπει να εμβαθύνει τις σχέσεις της, ακόμα και στο επίπεδο μιας άτυπης στρατιωτικής συμμαχίας, είναι το Ισραήλ. Η επένδυση της πατρίδας μας σε στενές σχέσεις με τα οπισθοδρομικά Αραβικά κράτη, δεν της έδωσε ποτέ κάτι που η Ελλάδα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει προς όφελός της. Το Εβραϊκό κράτος το οποίο χρειάζεται απεγνωσμένα στρατηγικό βάθος, μετά την μεταστροφή της Νέο-οθωμανικής Τουρκίας, θα ήταν διατεθειμένο να προσφέρει ανταλλάγματα στην Ελλάδα και την Κύπρο, ώστε να διασφαλίσει ένα διάδρομο ανοιχτό προς την Δύση. Από το Ισραήλ η Ελλάδα μπορεί να λάβει πολιτική υποστήριξη στα διάφορα ζητήματα που την απασχολούν μέσω του πανίσχυρου εβραϊκού λόμπι, το οποίο στο παρελθόν υποστήριζε ενεργά την Άγκυρα, καθώς και οπλικά συστήματα που θα αναβάθμιζαν το Ελληνικό οπλοστάσιο.

Σε αυτό το σημείο η Αθήνα πρέπει να διατηρήσει και να εμβαθύνει τις σχέσεις της με την Αίγυπτο του στρατάρχη Αμπντέλ Φατάχ αλ-Σίσι (Abdel Fattah el-Sisi), καθώς πέρα από το ότι είναι η σημαντικότερη Αραβική χώρα, έχει ΑΟΖ τα σύνορα της οποίας εφάπτονται με τις ΑΟΖ της Ελλάδας και της Κύπρου. Οπότε το Κάιρο μπορεί να γίνει πολύτιμος σύμμαχος στην προσπάθειά της Αθήνας και της Λευκωσίας να οριοθετήσουν την ΑΟΖ τους. Ας μην ξεχνάμε ότι πλέον η Αίγυπτος έχει διαταραγμένες σχέσεις με τους Νέο-οθωμανούς, μετά την υποστήριξη που παρείχε η Άγκυρα στο καθεστώς των Αδελφών Μουσουλμάνων, της Ισλαμιστικής οργάνωσης που κυβερνούσε την Αφρικανική χώρα, μέχρι να τους ανατρέψει ο Σίσι. 

Ακόμη στον Βαλκανικό χώρο η Αθήνα πρέπει να ενισχύσει τις σχέσεις της με τα Ορθόδοξα κράτη της Βουλγαρίας και της Σερβίας, δημιουργώντας έναν χερσαίο διάδρομο που θα της επιτρέψει την επαφή με την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη, παρακάμπτοντας τα εχθρικά κράτη της Αλβανίας και της ΠΓΔΜ. Επίσης οι δυο χώρες προσφέρουν ένα ανάχωμα στον Αλβανικό εθνικισμό, αλλά και στο Σκοπιανό ψευδοαλυτρωτισμό. Επιπλέον ας μην ξεχνάμε ότι η Βουλγαρία έχει κοινά σύνορα με την Τουρκία και ότι ο Τουρκικός στρατός θα μπορούσε να πλήξει τον Ελληνικό στρατό στον Έβρο, περνώντας μέσα από τα Βουλγαρικά σύνορα, περικυκλώνοντας τον. 

Τέλος η Ελλάδα πρέπει να αναπτύξει τις σχέσεις της με τους Κούρδους του Ιράκ και της Συρίας, αφού η διαφαινόμενη επίτευξη τοπικής αυτονομίας τους, αποσταθεροποιεί ολόκληρη την νοτιοανατολική Τουρκία (όπου ζουν πολλά εκατομμύρια Κούρδοι). Οι σχέσεις μας με τους Κούρδους επλήγησαν σοβαρά μετά την υπόθεση της παράδοσης του ηγέτη του ΡΚΚ Αμπντουλάχ Οτζαλάν, όμως μια ειλικρινής προσπάθεια σύσφιξης σχέσεων, για παράδειγμα μέσω της ίδρυσης προξενείου στα Άρβηλα ή Ερμπίλ όπως είναι αλλιώς γνωστά (πρόκειται για τα παλαιά Γαυγάμηλα) του Ιράκ, όπου βρίσκεται η πρωτεύουσα της ημιαυτόνομης περιοχής του Κουρδιστάν, θα διόρθωνε κάπως την κατάσταση. 

Σε ότι αφορά την οικονομία: η Ελλάδα πρέπει να επιδιώξει την προσέλκυση επενδύσεων από την Κίνα, κατά τα πρότυπα του λιμανιού του Πειραιά, αφού η γεωγραφική θέση της χώρας μας είναι κρίσιμη για το Πεκίνο στην προσπάθειά του να δημιουργήσει ένα νέο δρόμο του Μεταξιού. Αυτός ο δρόμος θα αποτελέσει την οδό από την οποία θα περάσουν τα κινεζικά προϊόντα με κατεύθυνση τις Δυτικές αγορές. Έτσι μπορεί να προκύψει για την Αθήνα η ευκαιρία της δημιουργίας υποδομών υψηλής αξίας και αποδοτικότητας από το Πεκίνο στην επικράτεια της πρώτης, καθώς και ο εκσυγχρονισμός ήδη υπαρχουσών εγκαταστάσεων, αλλά και άλλου τύπου επενδύσεων που θα μπορούσαν να ανακουφίσουν την ασθμαίνουσα αυτήν την περίοδο Ελληνική οικονομία. Ταυτόχρονα, θα υπάρξει περαιτέρω σύσφιξη σχέσεων με την αναδυόμενη υπερδύναμη, κάτι που μόνο να ωφελήσει την Αθήνα μπορεί μελλοντικά.

Ακόμη η Αθήνα πρέπει να επιδιώξει την προσέλκυση Αμερικανικών, Ρωσικών και Ισραηλινών επενδύσεων και να μην επιδιώκει την άφιξη Αραβικών κεφαλαίων στην χώρα, αφού οι Άραβες συνδέουν την οικονομική τους δραστηριότητα με την ενίσχυση του Ισλάμ στην Ευρώπη, κάτι που μελλοντικά θα δημιουργήσει αστάθεια σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή ήπειρο.

Μετά από μια ουσιαστική προσέγγιση με την νέα κυβέρνηση στην Ουάσιγκτον, η Αθήνα πρέπει να επιδιώξει την υποστήριξη της υπερδύναμης στο σχέδιο εξόρυξης των υδρογονανθράκων στην Ελληνική και Κυπριακή ΑΟΖ, που θα μπορούσε να γίνει με την επένδυση Αμερικανικών πετρελαϊκών κολοσσών στο σχέδιο αυτό, καθώς και στην εξαγωγή τους μέσω αγωγού στις αγορές της Ευρώπης. Κίνητρο για την Αμερικανική εμπλοκή, πέρα από το κέρδος, θα είναι και το γεγονός της απεξάρτησης της Ευρώπης από τους Ρωσικούς υδρογονάνθρακες. Ακόμη πρέπει να επιδιωχθεί η συμμετοχή σε αυτό το σχέδιο του Ισραήλ και της Αιγύπτου, οι ενεργειακοί πόροι των οποίων θα μπορούσαν να φτάσουν στις Ευρωπαϊκές αγορές μέσω Ελλάδας, κάνοντας έτσι το σχέδιο αγωγού, που θα ξεκινάει από την Κύπρο και θα φτάνει στην Ελλάδα, βιώσιμο. Με αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει ενεργειακός κόμβος, όπως είναι η Τουρκία σήμερα, αυξάνοντας την γεωστρατηγική αξία της πατρίδας μας, βγάζοντάς την από το οικονομικό τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει τα τελευταία χρόνια. 

Σε ότι αφορά την στρατιωτική ισχύ: Για να μπορέσει η Ελλάδα να γίνει ενεργειακός κόμβος και να εξορύξει τους υδρογονάνθρακες της ΑΟΖ, πρέπει να προστατευθεί από τον αναθεωρητισμό της Άγκυρας και για να μπορέσει να το κάνει αυτό θα πρέπει να διαθέτει επαρκή στρατιωτική ισχύ, ώστε να μπορεί να αμυνθεί σε ενδεχόμενη σύγκρουση με την Τουρκία. Με την οικονομική συγκυρία να μην ευνοεί την μαζική αγορά όπλων, το Υπουργείο Άμυνας πρέπει να προχωρήσει σε στοχευμένες αγορές οπλικών συστημάτων τα οποία σαν πολλαπλασιαστές ισχύος θα λειτουργούσαν αποτρεπτικά σε οποιουσδήποτε σχεδιασμούς της Άγκυρας εις βάρος των εθνικών μας συμφερόντων. 

Οπλικά συστήματα υπερσύγχρονης τεχνολογίας με μικρό κόστος και ευκολίες πληρωμής, η Αθήνα μπορεί να προμηθευτεί μόνο από την Ρωσία. Βέβαια εξαιτίας των τριβών στις σχέσεις ΝΑΤΟ-Ρωσίας σχετικά με την προσάρτηση της Κριμαίας από την Μόσχα, μια αμυντική συμφωνία με τους Ρώσους είναι εξαιρετικά δύσκολο να υπογραφεί, ωστόσο είναι η πεποίθηση του γράφοντος ότι η Αθήνα πρέπει να καταφέρει να κλείσει μια τέτοια συμφωνία, παρόλες τις αντιδράσεις από την Δύση, αφού εάν γίνει μια προσεκτική διαχείριση αυτού του τολμηρού εγχειρήματος τα οφέλη για την άμυνα της χώρας μας θα είναι τεράστια. Από τους Ρώσους θα μπορούσαμε να προμηθευτούμε κυρίως αντιαεροπορικά πυραυλικά συστήματα, όπως: S-400, Pantsir, Tor M2, που θα αναβάθμιζαν την Ελληνική αεράμυνα, την στιγμή που η Τουρκική πολεμική αεροπορία σύντομα θα αρχίσει να παραλαμβάνει τα stealth μαχητικά πολλαπλού ρόλου F-35 (τα οποία όντας αόρατα στα ραντάρ, θα αποτελέσουν ένα όπλο πρώτου πλήγματος που δυνητικά μπορεί να σακατέψει τις ένοπλες μας δυνάμεις, κάνοντας εξαιρετικά δύσκολη την άμυνα σε Έβρο, Αιγαίο και Κύπρο).

Επιπλέον δεν θα έπρεπε να αποκλειστεί μια αγορά ενός αεροσκάφους αεροπορικής υπεροχής από τους Ρώσους, με βασικές υποψηφιότητες το Su-35 και το PAK-FA, όμως επειδή οι αντιδράσεις από τους Δυτικούς μας συμμάχους για την αγορά ενός κυρίου αμυντικού συστήματος θα είναι λυσσαλέες, κάτι τέτοιο είναι μάλλον όραμα θερινής νυκτός. Πάντως άλλα ισχυρά οπλικά συστήματα που θα μπορούσαμε να προμηθευτούμε από την Ρωσία, είναι: βαλλιστικοί πύραυλοι Iskader και πύραυλοι cruise Brahmos, που θα έδιναν στον Ελληνικό στρατό τρομερή καταστρεπτική ισχύ, καθιστώντας ευάλωτες κρίσιμες Τουρκικές υποδομές και κάνοντας εξαιρετικά δύσκολη την συγκέντρωση στρατευμάτων ή πλοίων επιφανείας σε επιλεγμένα σημεία. 

Ποσοτική ενίσχυση σε μεταχειρισμένα, αλλά υπερπολύτιμα οπλικά συστήματα, μπορούμε υπό προϋποθέσεις να πάρουμε μόνο από τις ΗΠΑ. Μετά από μια προσέγγιση με την νέα Αμερικανική κυβέρνηση, η Αθήνα θα μπορούσε να προσδοκά στρατιωτική βοήθεια, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, αφού η δυσαρέσκεια απέναντι στο καθεστώς Ερντογάν συνεχώς διογκώνεται. Με την Ελλάδα να γίνεται το επίκεντρο (focal point) της Αμερικάνικης πολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο, η Αθήνα θα μπορούσε να ζητήσει από την Αμερικανική κυβέρνηση: μεταχειρισμένα άρματα μάχης Abrams, μεταχειρισμένα ΤΟΜΑ (ο στρατός μας δεν διαθέτει τέτοια οχήματα που είναι κρίσιμα στο πεδίο της μάχης, αφού καλύπτουν την προέλαση των αρμάτων) και ΤΟΜΠ, μεταχειρισμένα αντιτορπιλικά κλάσης Arleigh-Burke (τα οποία θα διαθέτουν το προηγμένο αντιαεροπορικό/αντιβαλλιστικό σύστημα Aegis), καθώς και άλλα συστήματα για τα τρία όπλα. Ακόμα δεν πρέπει να ξεχνάμε την επιβεβλημένη αναβάθμιση του στόλου των F-16, αλλά και μια πιθανή απόκτηση μικρού αριθμού F-35, τα οποία όμως για να γίνουν χρειάζεται και βοήθεια από τους Αμερικανούς (ίσως οι τελευταίοι να ήταν πρόθυμοι να χρηματοδοτήσουν μερικώς μια μικρή αγορά F-35 για γεωπολιτικούς λόγους), αφού η αγορά από την Αθήνα μεγάλου αριθμού νέου αεροσκάφους αεροπορικής υπεροχής δεν προβλέπεται στο άμεσο μέλλον.

Επιπροσθέτως, η χώρα μας πρέπει να διασώσει την αμυντική της βιομηχανία (ώστε να μπορεί να συντηρεί και γιατί όχι ακόμα και να παράγει οπλικά συστήματα) και να αναπτύξει την δική της πυραυλική τεχνολογία. Ειδικά σε ότι έχει να κάνει με την απόκτηση πυραυλικής τεχνολογίας, πρέπει να ειπωθεί πως είναι κρισίμου σημασίας για την άμυνα της χώρας, αφού τα παραγόμενα εκ των ενόντων όπλα θα κατασκευαστούν σε μεγάλους αριθμούς με μικρό κόστος, εξουδετερώνοντας το στρατηγικό βάθος της γειτονικής μας Τουρκίας, κάτι που αποτελεί το αμυντικό της πλεονέκτημα, αδρανοποιώντας πιθανή επιθετική ενέργεια εναντίον της πατρίδας μας. Η ανάπτυξη πυραυλικής τεχνολογίας δεν είναι τόσο δύσκολο όσο θα φανταζόταν κανείς, αφού και ικανό επιστημονικό δυναμικό υπάρχει και τεχνολογικό υπόδειγμα έχει ήδη αναπαραχθεί (αναφερόμαστε στην ανάπτυξη του πυραύλου cruise ΜΑΚΕΔΩΝ από Ελληνική εταιρία πριν από μερικά χρόνια). 

Τέλος, η Αθήνα θα πρέπει να προετοιμάζεται για το ενδεχόμενο η Τουρκία να μετατραπεί σε πυρηνική δύναμη. Μια τέτοια πιθανότητα ίσως να μην είναι μακριά, αφού η Τουρκία έχει υπογράψει συμφωνίες με την Ρωσία και μια γαλλο-ιαπωνική κοινοπραξία για την κατασκευή πυρηνικών εργοστασίων στο έδαφος της. Με πυρηνικά εργοστάσια και τον εμπλουτισμό πυρηνικών καυσίμων στην χώρα τους, οι Τούρκοι θα μπορούσαν να ξεπεράσουν το όριο εμπλουτισμού πυρηνικού καυσίμου και να αποκτήσουν υψηλώς εμπλουτισμένο Ουράνιο, γνωστό και Ουράνιο οπλικής βαθμίδας, που αποτελεί πυρηνικό εκρηκτικό, το οποίο θα μπορούσε να τοποθετηθεί σε κεφαλές πυραύλων. Η Άγκυρα διαθέτει βαλλιστικούς πυραύλους και πυραύλους cruise εγχώριας κατασκευής, στους οποίους δύναται να προσαρμοστούν τέτοιες κεφαλές.

Η Ελλάδα πρέπει να κινηθεί ταχύτατα στον χώρο του ελέγχου αυτών των όπλων, ενημερώνοντας την διεθνή κοινότητα και προσπαθώντας να αποτρέψει με κάθε τρόπο τον εμπλουτισμό πυρηνικού καυσίμου από την ίδια την Τουρκία, αλλά και να καταστήσει σαφές στην Άγκυρα και το ΝΑΤΟ ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να ανακατασκευαστεί/εκσυγχρονιστεί ο πυρηνικός αντιδραστήρας που βρίσκεται στο ερευνητικό κέντρο Δημόκριτος, το οποίο και θα μπορεί να παράξει πυρηνικό εκρηκτικό. Έτσι θα υπάρξει αποκατάσταση της ισορροπίας δυνάμεων, διαφορετικά η Τουρκία θα καταστεί τόσο ισχυρή που θα πέτυχει όλους τους γεωστρατηγικούς της στόχους στην Αν. Μεσόγειο χωρίς να ρίξει την παραμικρή τουφεκιά. 

 

* Διεθνολόγος, νομικός και επιστημονικός συνεργάτης του ΕΛ.Κ.Ε.Δ.Α.

 

Add comment


Security code
Refresh

14.09.2017: Ο ΣΑΒΒΑΣ ΚΑΛΕΝΤΕΡΙΔΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΣΤΟ ΚΟΥΡΔΙΣΤΑΝ (ΠΗΓΗ: ΤasTV/Πέλλα)
27.09.2017: Ο Καθηγ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ ΣΤΟΝ ΣΚΑΙ
You are here: Home Άρθρα ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Γεωστρατηγική 28.09.2017: ΓΙΑ ΜΙΑ ΥΨΗΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ