ΓΚΡΙΖΟ ΣΚΗΝΙΚΟ ΣΤΙΣ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ

του Χρήστου Ιακώβου

Διευθυντή του Κυπριακού Κέντρου Μελετών

Κατόπιν  επιθυμίας πολλών επισκεπτών της ιστοσελίδας μας, αναρτούμε το πλήρες κείμενο της ομιλίας του διευθυντή του ΚΥ.ΚΕ.Μ. Χρ. Ιακώβου στην πρόσφατη εκδήλωση του ΕΛ.Κ.Ε.Δ.Α. στη Λεμεσσό.

Σε επανάληψη του παρελθόντος οδηγούνται οι διερευνητικές επαφές μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας για το θέμα του Αιγαίου, οι οποίες άρχισαν από τον περασμένο Ιανουάριο. Παρά τις προσπάθειες της Ελλαδικής κυβέρνησης να συντηρήσει έστω και τη διαδικασία, οι συζητήσεις εμπεριέχουν τον κίνδυνο εκτροπής και διολίσθησης σε διαπραγματεύσεις εφ’ όλης της ύλης για το καθεστώς του Αιγαίου, θέση η οποία είναι πάγιος τακτικός στόχος της Τουρκίας.

 

Για την Ελλάδα το πρόβλημα του Αιγαίου περιορίζεται στην οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας δηλαδή στο δικαίωμα εκμετάλλευσης του βυθού και του υπεδάφους του στο θαλάσσιο χώρο πέρα από τα ελληνικά χωρικά ύδατα και η διαδικασία που προτείνει είναι η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, σε αντίθεση με την Τουρκία η οποία επιδιώκει πολιτική λύση, δηλαδή στην οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας πέρα από τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, με βάση τη διμερή διαπραγμάτευση. Το κομβικό σημείο της Τουρκικής διεκδίκησης είναι ο ισχυρισμός ότι τα νησιά του Αιγαίου δεν έχουν υφαλοκρηπίδα και ως εκ τούτου η οριοθέτησή της θα πρέπει να γίνει με βάση τη μέση γραμμή από βορρά προς νότο, μεταξύ τουρκικών παραλίων και των παραλίων της ηπειρωτικής Ελλάδος. Σε περίπτωση υιοθέτησης αυτής της λύσης συνεπάγεται ότι τα ελληνικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου θα περιβάλλονται από τουρκική υφαλοκρηπίδα με τις όποιες συνέπειες για την ασφάλειά τους. Επιπλέον, τέτοια εξέλιξη δημιουργεί ένα ντόμινο τουρκικών διεκδικήσεων, όπως χωρικά ύδατα, εναέριος χώρος, αποστρατιωτικοποίηση.

Ιστορικώς, το θέμα ήλθε στην επιφάνεια το Νοέμβριο του 1973 όταν η τουρκική κυβέρνηση δημοσίευσε απόφαση και χάρτη όπου εκχωρούσε το μισό περίπου βόρειο Αιγαίο στην κρατική εταιρία πετρελαίων για έρευνα και εκμετάλλευση. Το θέμα, όμως, της παραπομπής στη Χάγη άνοιξε τον Ιανουάριο του 1975 όταν η ελληνική κυβέρνηση υπέβαλε για πρώτη φορά επισήμως την πρόταση προς την κυβέρνηση της Τουρκίας. Έκτοτε σημειώθηκαν δύο σημαντικές ελληνοτουρκικές κρίσεις που έφεραν τις δύο χώρες στα πρόθυρα πολέμου, μία το 1975 με το «Χόρα» και η άλλη το 1987 με το «Σισμίκ».

 

Συνεκδοχικώς, η Τουρκία επιδιώκει μέσα από τις τρέχουσες διερευνητικές επαφές να εξασφαλίσει δύο τακτικά σημεία που θα τις επιτρέψουν να προχωρήσει σε υλοποίηση του στρατηγικού της στόχου: α) να εξασφαλίσει την αποδοχή εκ μέρους της Ελλάδας της ύπαρξης περισσοτέρων της μίας διαφορών στο Αιγαίο, β) την αποδοχή εκ μέρους της Ελλάδας της ύπαρξης γκρίζων ζωνών και συγκατάθεσής της για παραπομπή του ζητήματος στο Διεθνές Δικαστήριο ν’ αποφανθεί για την κυριαρχία σε δεκάδες νησιά και βραχονησίδες που ανήκουν στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένου και του Καστελλορίζου.

 

Αξίζει να σημειωθεί πως αν η Ελλάδα προχωρήσει σε επέκταση των χωρικών της υδάτων από 6, όπως είναι σήμερα, σε 12 ναυτικά μίλια, όπως προβλέπει η συνθήκη του Montego Bay του 1982, την οποία η Τουρκία δεν υπέγραψε και η Ελλάδα επεκύρωσε το 1995, εκ των πραγμάτων δεν θα υπάρχει υφαλοκρηπίδα προς διευθέτηση, διότι τα ελληνικά χωρικά ύδατα είτε θα καλύψουν λόγω επέκτασης τους μεγάλο μέρος των διεθνών υδάτων ο βυθός των οποίων είναι η υφαλοκρηπίδα, είτε θα «εγκλωβίσουν» ένα άλλο μέρος των διεθνών υδάτων. Αυτό το πλεονέκτημα προκύπτει από τη γεωγραφική διάταξη των νησιών που σχηματίζουν ένα κλοιό απέναντι στα τουρκικά παράλια. Το Αιγαίο αποτελεί σύμπλεγμα 2.463 διεσπαρμένων από τις 3.100 που είναι συνολικώς στην ελληνική επικράτεια, οι νήσοι, οι νησίδες και οι βραχονησίδες, οι περισσότερες εκ των οποίων ευρίσκονται σε μικρή απόσταση από τις ακτές της ασιατικής Τουρκίας.

 

Το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας και των συναφών ελληνικών δικαιωμάτων έχουν στοιχειώσει τρεις ελληνοτουρκικές συμφωνίες κορυφής, ο οποίες υπεγράφησαν μετά από ελληνοτουρκικές κρίσεις. Η πρώτη είναι το πρακτικό της Βέρνης, μετά την κρίση του 1976 μεταξύ Καραμανλή και Ντεμιρέλ, σύμφωνα με το οποίο δεσμεύονταν οι δύο χώρες να μην προβούν σε ενέργειες που θα παρενοχλούσαν τις διαπραγματεύσεις. Η δεύτερη είναι η συμφωνία του Νταβός το 1988, μετά την κρίση του Μάρτη το 1987, μεταξύ Α. Παπανδρέου και Τ. Οζάλ, σύμφωνα με την οποία οι δύο χώρες συμφώνησαν να περιορίσουν την ερευνητική τους δραστηριότητα για ανεύρεση κοιτασμάτων πετρελαίου στην αιγιαλίτιδα ζώνη τους. Τέλος, η τρίτη, είναι η συμφωνία της Μαδρίτης του 1997, μεταξύ Σημίτη και Ντεμιρέλ, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα αναγνωρίζει τα ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο και δεσμεύτηκε να μην προχωρήσει σε μονομερείς ενέργειες όπως αποκαλείται η άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων (επέκταση χωρικών υδάτων, έρευνες στην υφαλοκρηπίδα κλπ.).

 

Η στρατηγική της Τουρκίας στο Αιγαίο, από τις αρχές του 1970 και εντεύθεν, υπήρξε σταθερή. Οι κατά καιρούς κρίσεις δεν ήσαν πολιτικές συμπτώσεις ή σπασμωδικές αντιδράσεις κάποιων φιλοπόλεμων κύκλων του στρατιωτικού κατεστημένου της Άγκυρας, αλλά προσχεδιασμένες και συστηματικώς μονομερείς επεκτατικές βλέψεις της Τουρκίας σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδος.

 

Κατά την τελευταία εννέα χρόνια, οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν προχωρήσει σε μία ριζική αναθεώρηση των σχέσεών με την Τουρκία, προσδοκώντας σε μία ουσιαστική βελτίωση του κλίματος με απώτερο στόχο την επίλυση όλων των διμερών προβλημάτων και τη μείωση των εξοπλιστικών δαπανών. Την προσδοκία αυτή καλλιέργησε η Ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας. Το ερώτημα, όμως, που πλανάται τα τελευταία χρόνια είναι κατά πόσον υπήρξαν ουσιαστικές αλλαγές στην τουρκική πολιτική και με ποιους χειροπιαστούς τρόπους αποδεικνύεται κάτι τέτοιο καθημερινά. Ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα γραφής είναι ο αριθμός των τουρκικών παραβάσεων και παραβιάσεων που σημειώνονται στα όρια του εθνικού εναέριου χώρου και είναι άμεσα συνδεδεμένο με το γενικότερο ζήτημα του Αιγαίου. Μετά τη σύνοδο κορυφής στο Ελσίνκι το 1999, οι παραβάσεις και παραβιάσεις των τουρκικών μαχητικών αεροσκαφών έχουν αυξηθεί δραματικά. Συγκεκριμένα:

Ο αριθμός των τουρκικών αεροσκαφών που εισέρχονται στο Αιγαίο αυξήθηκε κατά 485%
Οι παραβιάσεις κανόνων εναέριας κυκλοφορίας κατά 467%
Οι παραβιάσεις εθνικού εναέριου χώρου κατά 358%
Τα οπλισμένα τουρκικά αεροσκάφη κατά 522%
Οι εμπλοκές των τουρκικών αεροσκαφών σε αερομαχίες με ελληνικά κατά 586%
Καθοριστικό σημείο για την ελληνική διπλωματία υπήρξε η σύνοδος κορυφής της ΕΕ στις 17 Δεκεμβρίου 2004, όπου η Τουρκία έλαβε ημερομηνία έναρξης ενταξιακού διαλόγου. Παρά την αύξηση των τουρκικών προκλήσεων στο Αιγαίο στις παραμονές της συνόδου κορυφής, πολλοί επέμεναν στη λογική των «συνηθισμένων περιστατικών». H ανάλυση αυτή απεδείχθει ανεπαρκής να ερμηνεύσει τότε την Τουρκική συμπεριφορά.

 

H στρατογραφειοκρατική ελίτ της Tουρκίας δεν εκλαμβάνει την ένταξη της χώρας στην ΕΕ ως παραχώρηση μέρους της κυριαρχίας της στους θεσμούς της Ευρώπης και στις εποπτικές διαδικασίες του κάθε ευρωπαίου επιτρόπου. Επιδιώκει να διαπραγματευθεί με την EE το ειδικό γεωπολιτικό της βάρος στην Ανατολική Μεσόγειο. Eν ολίγοις, η Tουρκία προσπαθεί να διαπραγματευθεί όχι στην βάση των αρχών του κοινοτικού πολιτικού πολιτισμού αλλά με βάση την παραδοσιακή Νατοϊκή αντίληψη προβάλλοντας τη λογική του μεγάλου και ισχυρού κράτους που μπορεί να προωθήσει τα δυτικά συμφέροντα στην περιοχή. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία, μπορεί να είναι η τελευταία στους οικονομικούς δείκτες, αν και όταν θα καταστεί πλήρες μέλος, αλλά από τώρα απαιτεί και προσπαθεί να επιβάλει καθεστώς και συμπεριφορά των άλλων απέναντί της ως ηγεμονικής δύναμης, η ένταξη της οποίας θα αλλάξει τα γεωπολιτικά δεδομένα στις νοτιονατολικές παρυφές της Ευρώπης. Στο πλαίσιο αυτό, δεδομένου ότι η ουσία της τουρκικής διαπραγμάτευσης θα είναι κυρίως γεωπολιτική, η Άγκυρα φρόντισε από το 2004 να παραμερίσει ορισμένα εμπόδια στον τομέα αυτόν. Έτσι ερμηνεύεται τότε η στάση της στο θέμα του Αιγαίου καθώς επίσης και η σημερινής της ακαμψία.

 

Mπορεί η Aθήνα να επέμενε ότι αναγνωρίζει ως μοναδικό πρόβλημα την υφαλοκρηπίδα, αλλά οι παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου και οι παραβάσεις του FIR Αθηνών από τα τουρκικά πολεμικά αεροσκάφη, αποσκοπούσαν ακριβώς στην «ευρωπαϊκή» καταγραφή των μονομερών διεκδικήσεων της Άγκυρας στα θέματα του ελληνικού εναέριου χώρου, του FIR Aθηνών και των χωρικών υδάτων της Ελλάδας. Το τουρκικό στρατογραφειοκρατικό κατεστημένο, με τις ενέργειες αυτές δεν είχε ως στόχο την πρόκληση κάποιας μίνι κρίσης στο Aιγαίο. Eπιθυμούσε, απλώς, να καταδείξει και να καταγράψει με εντυπωσιακό τρόπο, τότε που όλοι οι Eυρωπαϊκοί προβολείς ήσαν στραμμένοι πάνω της, όλο το φάσμα των διεκδικήσεών της στο Aιγαίο, καθώς και τις μεθόδους με τις οποίες εννοεί να τις προβάλλει. Για την Tουρκία, είχε τεράστια σημασία, να γνωστοποιηθούν εκείνη την περίοδο στους Eυρωπαίους, τόσο οι διεκδικήσεις της στο Aιγαίο όσο και οι στρατιωτικές μέθοδοι προβολής τους που χρησιμοποιεί. O λόγος είναι πολύ απλός: αν οι Eυρωπαίοι, έπειτα από όλα αυτά, δεν έκαναν καμιά αναφορά στα σχετικά προβλήματα στην απόφαση της συνόδου κορυφής που θα αποφάσιζε την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων τότε διά της σιωπής τους θα εξέφραζαν, αν όχι τη συμφωνία τους, σίγουρα την ανοχή τους προς την τουρκική στάση.

Με αυτό τον τρόπο, η Άγκυρα κατοχύρωσε, εκ των πραγμάτων, πως τα ελληνοτουρκικά προβλήματα και η στάση της σ’ αυτά δεν συνιστούν εμπόδιο, άρα δεν αντίκεινται στα κριτήρια της Kοπεγχάγης, οπότε ούτε οι τουρκικές διεκδικήσεις και προκλήσεις θα μπορούν να εγερθούν μελλοντικά στις διαπραγματεύσεις μεταξύ ΕΕ-Τουρκίας, ως λόγοι αναβολής ή ματαίωσης της τουρκικής ένταξης. Με άλλα λόγια η Τουρκία κατοχύρωσε εμμέσως πως το θέμα του Αιγαίου είναι διμερής διαφορά που θα πρέπει να λυθεί με διαπραγματεύσεις. 

 

 

Θαλάσσιες ζώνες και Βρετανικές βάσεις στην Κύπρο

 

 

Με αφορμή την επανάληψη της Βρετανικής πρόθεσης να επιστρέψει μεγάλος μέρος του εδάφους των Βάσεων, σε περίπτωση που υπάρξει συμφωνία λύσης, έχει επανέλθει στην επιφάνεια το μεγάλο κεφάλαιο της Βρετανικής τακτικής και στρατηγικής στις συνομιλίες καθώς επίσης και το πώς η Βρετανική εξωτερική πολιτική έχει συνδέσει το θέμα των Βάσεων με το περιεχόμενο της λύσης του Κυπριακού.

 

Από πλευράς διπλωματικής τακτικής, η πρόθεση της Βρετανίας υπομιμνήσκει την εμπειρία του 2004 για το πώς δηλαδή  προτάσεις που παρουσιάζονται γενναιόδωρες μπορεί να είναι τακτικοί ελιγμοί που μπορεί θα οδηγήσουν σε στρατηγικό αδιέξοδο. Επίσης, υπομιμνήσκει την ανάγκη για την Ελληνική πλευρά να διευρύνει τον στρατηγικό της σχεδιασμό σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο της λύσης και να περιλάβει το θέμα των Βάσεων προκειμένου να αποφευχθούν οι παγίδες του Σχεδίου Ανάν 5. Το συγκεκριμένο σχέδιο απέδειξε ότι, παράλληλα με την Τουρκική πλευρά, η Ελληνική πλευρά διαπραγματευόταν έμμεσα με τους Βρετανούς το θέμα του καθεστώτος του Βάσεων .

 

Το 2004, η Βρετανία είχε κάνει την ίδια πρόταση για επιστροφή εδάφους των Βάσεων. Αυτό το έκανε για δύο λόγους: πρώτον, με δεδομένο ότι οι Βάσεις δεν αποτελούν έδαφος της ΕΕ, προσέφερε την επιστροφή εδαφών με πληθυσμό προκειμένου να αποφύγει μελλοντικά το ενδεχόμενο ενός πιθανού δημοψηφίσματος για το καθεστώς των Βάσεων, όπως έγινε και με το Γιβραλτάρ, και δεύτερον, επεδίωξε επανακαθορισμό του καθεστώτος των Βάσεων, με εν δυνάμει προνομιακές ρυθμίσεις, μέσω της εποικοδομητικής ασάφειας. Το δεύτερο θυμίζει τον έντονο διάλογο που προκλήθηκε μετά την υποβολή του Σχεδίου Ανάν 5, σχετικά με τις πιθανότητες να αποκτήσουν οι Βρετανικές Βάσεις, μέσω της εποικοδομητικής ασάφειας, δικαιώματα που να συνδέονται με τις τρεις θαλάσσιες ζώνες της Κύπρου. 

 

Σύμφωνα με τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης του 1960, οι Βρετανικές Βάσεις στην Κύπρο δεν είναι κράτος. Από την άλλη, η Βρετανία επιμελώς δεν τις χαρακτηρίζει ως αποικία αφού δεν καταθέτει ετήσιες εκθέσεις στον ΟΗΕ (άρθρο 73 του

Καταστατικού Χάρτη) όπως κάνει με άλλες περιοχές (π.χ. Βερμούδες, Νησιά Πίτκαιρν κά) αλλά απολαμβάνουν ενός ιδιότυπου καθεστώτος  που δεν συναντάται άλλο παρόμοιο στο διεθνές δίκαιο.

 

Στο Παράρτημα Α (παράγραφος 3) της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης, η Κυπριακή Δημοκρατία δεσμευόταν να μην διεκδικήσει ως μέρος των δικών της χωρικών υδάτων θαλάσσιες περιοχές που εφάπτονται των Βάσεων σε πλάτος τριών ναυτικών μιλίων, για λόγους ασφαλείας των Βάσεων. Οι θαλάσσιες αυτές περιοχές μπορεί να μην ευρίσκονται εντός των χωρικών υδάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν έχουν όμως το χαρακτήρα χωρικών υδάτων των Βάσεων. Με άλλα λόγια δεν υπήρξε μέχρι σήμερα ούτε διάταγμα των Βάσεων ούτε νόμος του Ηνωμένου Βασιλείου που να θεωρεί τις θαλάσσιες περιοχές αυτές ως χωρικά ύδατα των Βάσεων, σύμφωνα με τον ορισμό της Συνθήκης για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 και κατ’ επέκταση δεν μπορούν να διεκδικήσουν ούτε υφαλοκρηπίδα, ούτε συνορεύουσα ζώνη και, ακόμη περισσότερο, ούτε Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.

 

Με το Σχέδιο Ανάν 5, κατέστη αναγκαίο να επαναοριοθετηθεί η θαλάσσια περιοχή των τριών ναυτικών μιλίων αφού η Βρετανία παρουσιάστηκε διατεθειμένη να επιστρέψει 45 από τα 99 τετραγωνικά μίλια των Βάσεων στα δύο συνιστώντα κρατίδια, μέρος των οποίων εφάπτετο της θάλασσας. 

 

Έκτοτε, επί του θέματος αυτού διεμορφώθησαν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις σχετικά με τις προθέσεις των Βρετανών. Ήταν δηλαδή μία απλή τεχνική διαδικασία προκειμένου να προσαρμοστεί ο χάρτης στη βάση των νέων αναπροσαρμογών μετά την επιστροφή εδάφους ή ήταν μία συγκεκαλυμμένη προσπάθεια να διεκδικήσουν οι Βάσεις θαλάσσιες ζώνες μέσω της διαδικασίας επαναοριοθέτησης.

 

Η πρώτη άποψη θεωρούσε ότι η επαναριοθέτηση θα γινόταν μόνο στην περιοχή των Βάσεων Δεκέλειας αφού ένα τμήμα της ακτογραμμής θα περνούσε μετά την επιστροφή εδάφους υπό τον έλεγχο του ελληνοκυπριακού συνιστώντος κρατιδίου με αποτέλεσμα να γίνεται διακεκομμένα ο βρετανικός έλεγχος επί της ακτογραμμής. Έτσι, προκειμένου να διασφαλίσουν οι Βρετανοί ότι το ελληνοκυπριακό κρατίδιο δεν θα διεκδικούσε χωρικά ύδατα σε αυτό το τμήμα που θα περνούσε υπό τον έλεγχό του επεδίωξαν μία τεχνική ρύθμιση ούτως ώστε να παρέμενε σε ισχύ το σημερινό καθεστώς για να διασφαλίσουν την απρόσκοπτη διακίνηση των πολεμικών τους σκαφών σε αυτή τη ζώνη.

 

Η δεύτερη άποψη θεωρούσε ότι επειδή το Σχέδιο Ανάν 5 διαλαμβάνει ότι η επαναριοθέτηση θα γινόταν μόνο από ένα ειδικό που θα διόριζε η Βρετανική κυβέρνηση σε αντίθεση με το Σχέδιο Ανάν 4 όπου η επαναριοθέτηση θα γινόταν από κοινού με ειδικό που θα διοριζόταν από το νέο κράτος θα μπορούσαν μελλοντικά οι Βάσεις να ισχυριστούν ότι είναι παράκτιο κράτος και κατ’ επέκταση να διεκδικήσουν θαλάσσιες ζώνες και δικαιώματα. Την άποψη αυτή ενίσχυε το γεγονός ότι η ρύθμιση αυτή έγινε κατόπιν απαίτησης της Βρετανίας και όταν η ελληνική πλευρά υπέβαλε αίτημα διασαφήνισης γι’ αυτό το θέμα, ότι δηλαδή οι Βάσεις δεν θα μετετρέποντο σε παράκτιο κράτος σύμφωνα με το συνθήκη των θαλασσών, οι Βρετανοί το απέρριψαν σιωπηλώς.

 

Ανεξαρτήτως των προθέσεων της Βρετανίας, η προτίμησή της για ασάφεια επί του θέματος αυτού προκαλεί πολλά ερωτηματικά. Γι’ αυτό, ο προβληματισμός που προκάλεσε η επαναφορά της Βρετανικής «προσφοράς» καθιστά περισσότερο από αναγκαίο στην όποια λύση να γίνει ξεκάθαρο το θέμα των θαλασσίων ζωνών γιατί εκεί θα επικεντρωθεί η Βρετανική διπλωματία και η εποικοδομητική ασάφεια αποτελεί πλέον την προδιαγεγραμμένη συνταγή μελλοντικής κατοχύρωσης τόσο της ισχυροποποίησης του καθεστώτος των Βάσεων όσο και της δημιουργίας νέων κυριαρχικών δικαιωμάτων.

  

 

Add comment


Security code
Refresh

14.09.2017: Ο ΣΑΒΒΑΣ ΚΑΛΕΝΤΕΡΙΔΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΣΤΟ ΚΟΥΡΔΙΣΤΑΝ (ΠΗΓΗ: ΤasTV/Πέλλα)
27.09.2017: Ο Καθηγ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ ΣΤΟΝ ΣΚΑΙ
You are here: Home Άρθρα ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ελληνοτουρκικές Σχέσεις ΓΚΡΙΖΟ ΣΚΗΝΙΚΟ ΣΤΙΣ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ